Η Ελλάδα να βγει στις αγορές πριν από τις ευρωεκλογές

Σε άρθρο του στην Καθημερινή, 9 Φεβρουαρίου 2014, ο Ν. Οικονομίδης γράφει:

Το 2009 η Ελλάδα είχε τρία μεγάλα προβλήματα. Πρώτα το τεράστιο δημόσιο χρέος. Δεύτερο το πολύ μεγάλο έλλειμμα του προϋπολογισμού. Τρίτο την έλλειψη ανταγωνιστικότητας. Στο πρώτο πρόβλημα, σε ποδοσφαιρική ορολογία, η Ελλάδα παίρνει Χ. Κατάφερε επί κυβέρνησης Παπαδήμου τη σημαντική μείωσή του (κούρεμα) και τη χρονική μετατόπιση μεγάλου μέρους του στο απώτερο μέλλον. Αλλά το δημόσιο χρέος παραμένει ακόμα μεγάλο και δυσβάστακτο, περίπου 320 δισ. ευρώ. Στο δεύτερο πρόβλημα, η Ελλάδα κέρδισε. Η μεγάλη επιτυχία της χώρας είναι η ισοσκέλιση του προϋπολογισμού του κράτους και η δημιουργία (έστω και μικρού) πρωτογενούς πλεονάσματος (δηλ. πλεονάσματος χωρίς τις δαπάνες για τόκους). Στο τρίτο πρόβλημα η Ελλάδα χάνει στα πέναλτι. Κατάφερε να κάνει σημαντικές αλλαγές στην αγορά εργασίας, αλλά απέτυχε σε πολλές άλλες διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις που είτε δεν έγιναν είτε καθυστέρησαν πολύ. Το οικονομικό και κοινωνικό κόστος της επιτυχίας στα δημοσιονομικά είναι η σημερινή μεγάλη ανεργία και ύφεση. Το κόστος της αποτυχίας στις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις και της μη βελτίωσης της ανταγωνιστικότητας θα το πληρώνει η Ελλάδα για δεκαετίες.

Εχοντας καταγράψει τα αποτελέσματα (μία μεγάλη επιτυχία, μία ισοπαλία, μία ήττα στα πέναλτι και ένα μεγάλο κόστος) η Ελλάδα του 2014 έχει καινούργιες δυνατότητες που δεν είχε από την αρχή της κρίσης. Η σοφή επιλογή είναι τώρα πια απαραίτητη και θα καθορίσει την ευημερία για τα επόμενα δέκα χρόνια της Ελλάδας. Τρία είναι τα κύρια ερωτήματα. Πρώτα, χρειάζεται απομείωση του ελληνικού χρέους προς την Ευρωπαϊκή Ενωση. Δεύτερο και σημαντικότατο, ποτέ και πώς πρέπει να μπει η Ελλάδα στις διεθνείς χρηματαγορές. Τρίτο, πώς θα μπει η Ελλάδα σε αναπτυξιακή τροχιά.

Πόσο είναι το χρέος και τι κοστίζει. Τα τελευταία τέσσερα χρόνια το δημόσιο χρέος στεκόταν σαν μπαμπούλας πάνω από την Ελλάδα, άλλα, όπως θα δούμε, μπορεί να αντιμετωπιστεί διεξοδικά. Το δημόσιο χρέος (μαζί με τα χρήματα για τη στήριξη των τραπεζών) είναι 320 δισ. ευρώ, με 70 δισ. στον ιδιωτικό και 250 δισ. στον «επίσημο» τομέα. Εχει πάρα πολύ μικρό επιτόκιο με μέσο όρο 1,8%. Χάρις σε αλλαγές που έγιναν μαζί με το «κούρεμα» του χρέους που κρατούσαν ιδιώτες, ο κύριος όγκος των υποχρεώσεων, το 70%, έχει λήξη έπειτα από 13 έτη. Εξαιρουμένων των υποχρεώσεων προς το ΔΝΤ (που μπορούν να μετατοπιστούν χρονικά) και των εντόκων γραμματίων που αγοράζονται συστηματικά από τις ελληνικές τράπεζες, το βραχυχρόνιο χρέος (δηλ. αυτό που λήγει μέσα σε τρία χρόνια) είναι μόνο 8 δισ., άρα εύκολα διαχειρίσιμο. Οι τόκοι για όλο το χρέος είναι περίπου 6 δισ. τον χρόνο, ποσό μεγάλο για την ελληνική οικονομία.

Απομείωση του χρέους του επίσημου τομέα. Η Ελλάδα πρέπει να ζητήσει από τις χώρες του ευρώ:

1. Την περαιτέρω μετατόπιση της λήξης των δανείων των Ευρωπαίων εταίρων και του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Στήριξης σε 50 χρόνια.

2. Τη μείωση του επιτοκίου σε 1% ή λιγότερο. Ετσι θα μειώσει τους ετήσιους τόκους κατά 1-2 δισ. τον χρόνο.

Η Ελλάδα πρέπει να βγει στις διεθνείς χρηματαγορές τώρα εκδίδοντας πενταετές αναπτυξιακό ομόλογο. Η Ελλάδα μπορεί και πρέπει να βγει στις διεθνείς χρηματαγορές πριν από από τις ευρωεκλογές, εκδίδοντας «αναπτυξιακό» ομόλογο 8-10 δισ. διάρκειας 5-6 ετών με επιτόκιο 5,5-6%. Αυτή η έκδοση θα είναι ιδιαίτερα επιτυχής δεδομένων των τόκων των συναφών ομολόγων άλλων χωρών (π.χ. Πορτογαλίας), του ελληνικού δεκαετούς (τα 10ετή ελληνικά ομολόγα ανταλλάσσονται στις διεθνείς χρηματαγορές με τόκο 8%) και της έλλειψης ελληνικών ομολόγων τέτοιας διάρκειας. Αντί να χαραμίσει τα χρήματα που θα πάρει από το αναπτυξιακό ομόλογο στις γενικές δημόσιες δαπάνες, η κυβέρνηση πρέπει να εγγυηθεί ότι τα χρήματα από το αναπτυξιακό ομόλογο θα επενδυθούν και έτσι θα δημιουργήσουν καινούργιες θέσεις εργασίας. Ακόμα κι αν πληρώσει τμήμα από τα λήγοντα ομολόγα με τα έσοδα από το καινούργιο πενταετές, η Ελλάδα θα μπορέσει να επενδύσει 5 δισ. από τα απομείναντα χρήματα από το αναπτυξιακό ομόλογο, δηλαδή επενδύσεις που θα φθάνουν το 3% του ΑΕΠ. Τέτοιες επενδύσεις έχει να δει η Ελλάδα από το 2008, και θα αλλάξουν ριζικά το κλίμα της αγοράς. Και φυσικά, οι ξένοι και εγχώριοι επενδυτές θα ακολουθήσουν βλέποντας την εμπιστοσύνη των χρηματαγορών στην Ελλάδα.

Τι θα καταφέρει η Ελλάδα με την έκδοση του αναπτυξιακού ομόλογου. Πρώτα θα λύσει τα βραχυχρόνια χρηματοδοτικά της προβλήματα και δεν θα χρειάζεται να περιμένει «λύσεις» από τους γραφειοκράτες των Βρυξελλών. Δεύτερο, θα έχει χρήματα για ανάπτυξη και δημιουργία θέσεων εργασίας, θα αυξήσει το ΑΕΠ, και θα μειώσει την ανεργία. Τρίτο, θα δείξει σε όλους ότι η Ελλάδα έχει βγει από την κρίση και θα φέρει επιτέλους τους ξένους επενδυτές. Τέταρτο, θα λήξουν μια και καλή τα μνημόνια. Από εκεί και πέρα, αν θα γίνουν μεταρρυθμίσεις και αν θα συμμαζέψουμε τα του οίκου μας εναπόκειται σε εμάς. Ιδού η Ρόδος, ιδού και το πήδημα.

Ποιο είναι το ρίσκο. Η πιθανότητα να μην καλυφθεί όλο το ποσό του αναπτυξιακού ομολόγου, ή να χρειαστεί μεγαλύτερο επιτόκιο, είναι αμελητέα. Το μεγάλο ρίσκο είναι να χαραμιστούν τα λεφτά του αναπτυξιακού ομολόγου σε μισθούς και συντάξεις των «αδικημένων» και να μη διατεθούν για επενδύσεις και ανάπτυξη. Και βέβαια το άλλο μεγάλο ρίσκο είναι ότι χωρίς την επιτήρηση να μας κρατάει να μην πέσουμε στον γκρεμό, θα πέσουμε στις παλιές συνήθειες της διαφθοράς και θα χρεοκοπήσουμε ξανά. Και για τα δύο αυτά ρίσκα χρειάζεται εγκράτεια και σθεναρό χέρι. Το τελευταίο ρίσκο είναι ότι θα ξαφνιάσουμε τους Ευρωπαίους. Μα θα είναι μια ευχάριστη έκπληξη γι’ αυτούς. Και θα αρχίσουν να μιλούν για την ελληνική ανάκαμψη μετά την ελληνική χρεοκοπία, όπως κάποτε μιλούσαν για την ελληνική ανάπτυξη μετά τις καταστροφές της Κατοχής και του Εμφυλίου.

 

Σχετικά με N_Economides

New York University

Δημοσιεύθηκε στην Τράπεζες και χρηματοοικονομικά, Οικονομική έρευνα, Ευρώπη, Δημόσια οικονομικά. Αποθηκεύστε τον μόνιμο σύνδεσμο.

Αφήστε μια απάντηση